Τα κονδυλώματα αποτελούν το συχνότερο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, το οποίο οφείλεται σε στελέχη του ιού HPV. Έχει υπολογιστεί ότι προσβάλλουν ένα στα δύο άτομα με ενεργή σεξουαλική ζωή. Είναι ιδιαίτερα μεταδοτικά και πλήττουν εξίσου και τα δύο φύλα. Εμφανίζονται ως μαλακά εξογκώματα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, του πρωκτού αλλά και στη στοματική κοιλότητα. Η θεραπεία τους δεν θα πρέπει να παραμελείται, καθώς στα ίδια σημεία μπορεί να συνυπάρχουν στελέχη του ιού HPV που ευθύνονται για πρόκληση δυσπλασίας-κακοήθειας.

Αιτία

Η παρουσία των κονδυλωμάτων οφείλεται σε μόλυνση από στελέχη του ιού HPV ή αλλιώς «ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων». Μέχρι σήμερα, έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 100 στελέχη του ιού. Κάποια στελέχη του ιού είναι πιο αθώα και προξενούν τις κοινές μυρμηκίες σε διάφορα σημεία του σώματος, ενώ άλλα στελέχη είναι πιο επικίνδυνα και μπορεί να προκαλέσουν δυσπλαστικές αλλοιώσεις στον τράχηλο της μήτρας, την ουρήθρα, τον πρωκτό και αλλού, οι οποίες να εξελιχθούν σε κακοήθειες. Περίπου 40 από τα στελέχη του HPV προσβάλλουν τη γεννητική, την περιγεννητική αλλά και τη στοματική περιοχή των σεξουαλικά ενεργών ατόμων.

Τα δερματικά κονδυλώματα οφείλονται σε στελέχη του ιού HPV χαμηλού κινδύνου (κατά 90% στα στελέχη 6 και 11), δηλαδή σε στελέχη που δεν είναι καρκινογόνα. Ωστόσο, σε αυτά μπορεί να συνυπάρχουν στελέχη HPV υψηλού κινδύνου (όπως τα 16, 18, 31, 33 και 45), τα οποία όταν τα κονδυλώματα δεν θεραπεύονται, μπορεί να μεταφερθούν στην περιοχή της ουρήθρας, του πρωκτού, του αιδοίου, του κόλπου και του στοματοφάρυγγα, και να προκαλέσουν δυσπλασία και κακοήθεια. Η διάγνωση λοιπόν δεν θα πρέπει να αργοπορεί.

Εντοπισμός – Συμπτώματα

Στους άντρες προσβάλλουν την ουρήθρα, το πέος, το όσχεο, το εφήβαιο, την περιπρωκτική περιοχή, τους βουβώνες και το άνω μέρος των μηρών. Στις γυναίκες, εντοπίζονται στα χείλη του αιδοίου, τα τοιχώματα του κόλπου, το εφήβαιο, αλλά και την περινεϊκή, περιπρωκτική και βουβωνική περιοχή. Αρκετές φορές, δεν είναι άμεσα ορατά καθώς καλύπτονται από την τριχοφυΐα της περιοχής ή βρίσκονται ανάμεσα στις πτυχώσεις του δέρματος.

Σε παραμελημένες περιπτώσεις αντιθέτως, σχηματίζουν εκτεταμένες πλάκες που φτάνουν να φράξουν την ουρήθρα ή τον κόλπο, καθιστώντας επώδυνη την ούρηση αλλά και τη σεξουαλική διείσδυση. Καθώς μεταδίδονται και με τον στοματικό έρωτα, προσβάλλουν – αν και σπανιότερα – τα χείλη του στόματος, τη γλώσσα, τη στοματική κοιλότητα, την υπερώα (ουρανίσκο) και τον φάρυγγα.

Οι βλάβες που προκαλούν τα δερματικά κονδυλώματα, μπορεί να είναι κλινικές (ορατές με γυμνό μάτι), υποκλινικές (διακρίνονται μόνο με μεγεθυντικό φακό) ή λανθάνουσες (δεν δίνουν κανένα ορατό σημείο και ανιχνεύονται μόνο με ταυτοποίηση PRC με τη λήψη δείγματος ιστού).

Συνήθως, τα κονδυλώματα δεν συνοδεύονται από κάποια συμπτώματα. Σπάνια, ο ασθενής μπορεί να παραπονεθεί για αίσθημα πόνου, κνησμού ή καύσου, ενώ ακόμα σπανιότερα μπορεί κάποια από αυτά να αιμορραγήσουν και αυτό κατ’ επέκταση να οδηγήσει σε πιο γρήγορη εξάπλωση στις γύρω περιοχές.

Ευάγγελος Βόγγας | Γυναικολόγος - Μαιευτήρας